Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Κάβειροι, Τελχίνες, Ιδαίοι δάκτυλοι, οι μυσταγωγικές αδελφότητες της φωτιάς




Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε  μία μικρή αναδρομή στις μυστηριακές τελετές που σχετίζονται με την φωτιά, τους  Καβείρους, τους Τελχίνες και τους Ιδαίους Δακτύλους.

Όπως γνωρίζουμε οι μυήσεις  στις Καβειριακές μυσταγωγικές τελετές διαρκούσαν εννέα ημέρες. (Kαθόλου τυχαίος αριθμός, εξαιρετικά συμβολικός, βλέπε σχετικά άρθρα, αποσυμβολισμού αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας). Σ’ αυτή τη χρονική διάρκεια έσβηναν όλα τα φώτα στο νησί  της Λήμνου και πένθος απλωνόταν σε αυτό. Νηστεία και θρήνος συμπεριλαμβάνοντα στις εκδηλώσεις του πένθους, έως ότου  έρθει  με πλοίο το «ιερό Άγιο  φως» από την  Δήλο. Τότε  οι Λημνιοί  λάμβαναν το» Άγιο φως», πιστεύοντας ότι έτσι καθαρμένοι από κάθε κακό έμπαιναν σε καινούργια ζωή, «αναγεννιόντουσαν» κάνοντας μια νέα αρχή…


Η μύηση παρείχε στους μυημένους το δικαίωμα να επικαλούνται τους μεγάλους «Καβείρους Θεούς» με τα αληθινά τους ονόματα και ν’ απευθύνουν στους θεούς ονομαστική και παντοδύναμη επίκληση, που είχε ως αποτέλεσμα τη βέβαιη και ασφαλή επικουρία τους σε περίπτωση κινδύνου.


Αυτά είναι γνωστά λιγότερο ή περισσότερο. Αυτή που δεν είναι ευρέως γνωστή είναι, η γιορτή της «πυρφορίας» στην Λήμνο.  (Η φωτιά σηματοδοτεί την χρονική στιγμή που ο άνθρωπος   ξεχώρισε από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, βλέπε σχετικό μύθο του Προμηθέα και αποσυμβολισμό αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας…). 


Σύμφωνα με τον W. Burrkert, οι συντεχνιακοί μεταλλουργοί «μύστες» των μυστικών της χρήσης της φωτιάς και της αλχημικής μετατροπής  των μετάλλων, διαδραμάτιζαν πρωταρχικό ρόλο σε αυτήν την ιεροτελεστία. Πρέπει να τους φανταστούμε να φορούν μάσκες, και να ανεβαίνουν  στο βουνό της Λήμνου Μόσυχλο το «κεκαυμένο βουνό», εκεί όπου έπεσε, ή μάλλον έριξαν οι γονείς του από τον Όλυμπο, καθώς ήταν άσχημος και κουτσός (συμβολική η αναπηρία του - βλέπε σχετικά μας άρθρα, αποσυμβολισμού της  αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας). Εκεί λοιπόν άναβαν καθαρή και αμόλυντη φωτιά η οποία για τους πιστούς θα κατέβαινε καθαρή και αμόλυντη από τον ουρανό, όπως ο Ήφαιστος…

Πως γινόταν αυτό; Χρησιμοποιούσαν ένα «χαλκείο»,  ένα χάλκινο αντανακλαστικό κάτοπτρο που θα κρατούσαν απέναντι στον ήλιο, ότι δηλαδή γίνεται σήμερα με το άναμμα της Ολυμπιακή  φλόγας. Ο Αντιμαχος κάνει λόγο για «την φλόγα του Ήφαιστου που ανάβει στις κορυφές του Μόσυχλου ο δαίμων», ενώ ο Φιλοκτήτης στην ομώνυμη τραγωδία του (Σοφοκλή), μιλά για την Λημνιακή φωτιά που την «αντανακλούν» και την εξορκίζουν να παρουσιαστεί.
Τη φωτιά που άναβαν οι μεγαλουργοί στο Μόσυχλο την μετέφεραν με λαμπαδηδρομία στην πόλη να την μοιράσουν στα ιερά, στα σπίτια και στα εργαστήρια.


Η χρήση της φωτιάς και η  «αλχημική μεταστοιχείωση» των μεταλλευμάτων μέσω αυτής,  υπήρξε το σημαντικότερο συστατικό στοιχείο, το οποίο αποτέλεσε το έναυσμα για την ανάπτυξη του Ανθρώπινου πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο, πως τα Καβείρια μυστήρια περιελάμβαναν τη θεμελιώδη διδασκαλία για τη δημιουργία του κόσμου αλλά και του πρώτου ανθρώπου. Σε σχέση με τη γένεση του πρώτου  ανθρώπου, ένα από τα πρόσωπα των μυστηρίων έφερε το όνομα «Αδάμας» και σ’ αυτό αναπαρίσταναν τον «αρχέτυπο άνθρωπο» , τον πρώτο άντρα  που γεννήθηκε ποτέ. Καταρχάς παρατηρούμε, πως το όνομα είναι πανομοιότυπο με το όνομα «Αδάμ», της  «Παλαιάς Διαθήκης». Ο Πίνδαρος σε απόσπασμα, που διέσωσε ο συγγραφέας των
«Φιλοσοφουμένων»,
αναφέρει για τον Αδάμα:  

« Tον εκ της αγίας Λήμνου γεννηθέντα Κάβειρον » μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίοι σε πολλά μέρη της Ελλάδας θεωρούνταν ως οι  πρόδρομοι του ανθρώπινου γένους, κατά κάποιο τρόπο παρόμοιο με τους  πρωτόπλαστους της ελληνικής μυθολογίας. Εκεί αναφέρεται και ο Αδάμας. Όμως αυτό ήταν επίθετο του χθόνιου θεού Πλούτωνα, που συμπεριλαμβανόταν στους Καβείρους της Σαμοθράκης, όπου ο Αδάμας θεωρούνταν ο αρχέγονος άνθρωπος». 

Ο Ζώσιμος ο Πανωπολίτης (Έλληνας αλχημιστής που έζησε στα τέλη του 4ου μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα, ο οποίος έκανε διάφορες μεταλλουργικές μελέτες, εξέλιξε την απόσταξη και καθιέρωσε τον όρο της χημείας. Δίδαξε στην Αλεξάνδρεια και έγραψε 28 βιβλία περί Αλχημείας, από τα οποία μόνο ένα διασώθηκε. Θεωρείται ότι είναι ένας από τους πρώτους αλχημιστές) «αποκωδικοποεί»  την «φύση» του «Αδάμα»:


«Τον πρώτο άνθρωπο που στην Αίγυπτο αποκαλείται Θωθ, οι υπόλοιποι λαοί τον αποκαλούσαν ΑΔΑΜ, όνομα που πάρθηκε από την γλώσσα των Αγγέλων. Τον ονόμασαν έτσι εξαιτίας της συμβολικής αξίας των τεσσάρων γραμμάτων, δηλαδή των τεσσάρων στοιχείων που αντιστοιχούν στα σημεία του ορίζοντα σε ολόκληρη την σφαίρα.
Το Α- Ανατολή, Δ- Δύση, Α – Άρκτος (βορράς) και Μ- Μεσημβρία (Νότος), αντιστοιχώντας επίσης το καθένα και σε ένα από τα τέσσερα στοιχεία που συνθέτουν τον κόσμο. Επομένως ο σαρκικός ΑΔΑΜ αποκαλείται Θωθ, όσον αφορά το εξωτερικό του σχήμα.
Ο άνθρωπος που βρίσκεται μέσα στον ΑΔΑΜ – ο πνευματικός άνθρωπος – αυτός έχει ένα ιδιαίτερο όνομα και ένα κοινό όνομα. Το ιδιαίτερο όνομα δεν το γνωρίζω. Μόνον ο Νικόμαχος ο κρυφός γνωρίζει τέτοια πράγματα. Το κοινό του όνομα είναι ΦΩΣ». 


Σε  Θηβαϊκό  αγγείο, το οποίο απεικονίζει σκηνή από τις Θηβαϊκές Καβειριακές τελετές, ο πρώτος άνθρωπος ονομάζεται «Πρατόλαος». Πιο συγκεκριμένα, στο αγγείο,  παριστάνεται Κάβειρος ξαπλωμένος ως  Διόνυσος σε στάση οινοποσίας, κρατώντας  κάνθαρο. Μπροστά του βρίσκεται  όρθιος ο «Παις»,  ο οποίος  βγάζει με την οινοχόη κρασί από τον κρατήρα και παραπέρα παρουσιάζονται τρεις μορφές. 



Ένα  παιδί με την επιγραφή « Πρατόλαος »,  μια γυναίκα, η Κράτεια, αγκαλιασμένη ερωτικά με  έναν άνδρα, το Μίτο. Η γιγάντια μορφή του θεού, που αποδίδεται με τον αρχαϊκό τύπο του Διονύσου, φανερώνει ότι το Θεϊκό πνεύμα, «μεταστοιχειώνεται»  όπως ο  οίνος στην ύλη, καθώς «υιός» του, « ο Παις», χορηγεί τη ζωή παρέχοντας στον άνθρωπο τον οίνο, τη δύναμη ζωής. Ακολουθεί το ερωτικό αγκάλιασμα του Μίτου με την Κράτεια.  Ίσως το σύμπλεγμα αυτό να συμβολίζει την ένωση της αρσενικής με τη θηλυκή δύναμη από την οποία βγήκε ο πρώτος άνθρωπος ( ο Πρατόλαος ). 

Από την ένωση του σπέρματος του Μίτου με τη γυναικεία δύναμη της Κράτειας γεννιέται ο μικρός «Πρατόλαος». Είναι το μυστήριο της ζωής, που αποκαλύπτεται με την τέλεση των μυστηρίων, της ζωής που προκύπτει από την ένωση του αρσενικού και του θηλυκού, της δημιουργίας που εκδηλώνεται από τη ζεύξη των αντιθέτων. Είναι η ενοίκηση του Θεού στον άνθρωπο. Η κάθοδος του πνεύματος στην ύλη, η «μεγάλη σταύρωση».

Δεν είναι επίσης τυχαίο,  πως σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές όσοι ασχολήθηκαν με την χρήση της φωτιάς,  θεωρούνταν πως είχαν «μαγικές δυνάμεις».
Εκτός των Καβείρων,  παρόμοια σχέση με την  «μυσταγωγική τέχνη της φωτιάς» είχαν επίσης οι Ιδάιοι δάκτυλοι, και οι Τελχίνες  οι οποίοι θεωρούνταν εκτός από μεταλλουργοί,  «εφευρέτες» και «μάγοι». Πίσω από τους μύθους  των Ιδαίων Δακτύλων και των Τελχίνων όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια,  απηχούνται οι κλειστά οργανωμένες συντεχνίες των μεταλλουργών, οι οποίοι διατηρούσαν στα πλαίσια της ομάδας τα «μυστικά» της τέχνης τους. 


Ήταν κλειστές επαγγελματικές-οικογενειακές, ομάδες μεταλλουργών «δημιουργών» που διατήρησαν τις γνώσεις, τα μυστικά της τέχνης και τις τεχνικές, και κράτησαν τη συνέχεια από τα προϊστορικά χρόνια έως και το 10ο  αι. π.Χ.  Οι «μυσταγωγοί» της φωτιάς, αντιμετωπίζονταν ως «γόητες», μάγοι και σοφοί, κατά αναλογία των μυθικών δαιμόνων με τους οποίους φαίνεται ότι ήταν συνυφασμένοι, γεγονός που θα πρέπει να υποστηριζόταν από τη φύση του επαγγέλματος,  αλλά και από τον «κλειστό» χαρακτήρα των ομάδων κατόχων των μυστικών του. Η αντιμετώπιση εξάλλου των μεταλλουργών ως «μάγων» με αξιοθαύμαστες και συγχρόνως επικίνδυνες, μαγικές ικανότητες, είναι συχνή και σε άλλους πολιτισμούς. 


Στον Ελληνικό χώρο, οι Ιδάιοι δάκτυλοι όπως και οι Τελχίνες ήταν επίσης μεταλλουργοί, εφευρέτες και μάγοι. Η μόνη διαφορά των  Ιδαίων  δακτύλων από τους Τελχίνες,  είναι ότι στην περίπτωση των Τελχινών επικρατήσαν κάποια αρνητικά στοιχεία, του χαρακτήρα τους όπως η βασκανία, ο φόνος κ.λ.π.
Ειδικότερα, οι Τελχίνες,  συχνά αναφέρονται ως θνητοί, ενώ  άλλοτε ως «μυθικοί δαίμονες», οι οποίοι κατείχαν τις  ιδιότητες του «βάσκανου», του «γόη», του «μάγου», του πανούργου κλπ. Τα όντα αυτά ονομάστηκαν Τελχίνες από το ρήμα «Θέλγω», διότι είτε όταν έγινε ο κατακλυσμός,  αυτοί επιχείρησαν να κολακέψουν τους θεούς ώστε να σωθούν, είτε επειδή πίστευαν πως ήτανε θεματοφύλακες των αρχαίων «μυστηρίων». 


Οι Τελχίνες  θεωρούνταν  Ηφαιστειακά πνεύματα του πυρός, παρόμοιας φύσεως με τους Καβείρους, για τα οποία λίγα είναι γνωστά, πέρα από σχετικούς μύθους που συναντώνται στην Κρήτη, την Κύπρο και τη Ρόδο. Ήταν σπουδαίοι τεχνίτες και εφευρέτες που είχαν ανακαλύψει διάφορα μέταλλα,  όπως τον χαλκό και τον σίδηρο,  και είχαν επινοήσει πολλά εργαλεία για την τέχνη τους, που φέροντάς τα έδιναν την εντύπωση πως τους έλειπαν τα άκρα. Υπήρχε επίσης η πίστη πως  δίδαξαν στους ανθρώπους την πρώιμη μεταλλουργία και την εξόρυξη των μετάλλων.


Οι Τελχίνες αναφέρονται ως κατασκευαστές της άρπης του Κρόνου και της τρίαινας του Ποσειδώνα καθώς και χυτά αγάλματα πολλών θεών
(Η τρίαινα είναι ένα σύμβολο που  συμβόλιζε τόσο, την τριμερή φύση του μακρόσοσμου, όσο και του μικρόκοσμου Πνεύμα –ψυχή –ύλη.  Βλέπε σχετικά μας άρθρα, αποσυμβολισμού της  αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας εδώ).


Ήταν παιδιά της Θάλασσας της Γης ή του Πόντου και περιγράφονται ως άποδες και άχειρες φέροντας όμως πτέρυγες. Κατά τη αρχαία παράδοση οι Τελχίνες, που ήταν εννέα στον αριθμό, προέρχονταν από την Κρήτη «κουροτροφήσαντες» τον Δία,  για αυτό  και καλούνταν Κουρήτες. Στη συνέχεια αυτοί πήγαν στην Κύπρο και αργότερα στη Ρόδο όπου και κλήθηκε η νήσος εξ αυτών Τελχινίς. 


Εκεί ίδρυσαν πολλές πόλεις μεταξύ των οποίων ήταν η Κάμειρος, η Ιαλυσός και η Λίνδος. Οι Τελχίνες έφυγαν από την Ρόδο όταν προαισθάνθηκαν ότι ερχόταν ένας κατακλυσμός. Από εκεί διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη, και από αυτούς ο Λυκαίος πήγε στην Λυκία, όπου ίδρυσε το ναό του Λυκαίου Απόλλωνος.
Σύμφωνα με άλλους,  τους Τελχίνες τους έδιωξαν οι Ηλιάδες οι γιοί του Ήλιου όταν κατέλαβαν την Ρόδο. Πριν φύγουν οι Τελχίνες,  οι οποίοι  ήταν μάγοι φθονεροί, ράντισαν το νησί με θειάφι και νερό της Στύγας, ώστε να ξεραθούν τα χωράφια και να μείνει το νησί άγονο.  Για το τέλος των Τελχινών λέγεται πως ο Απόλλωνας ή ο Δίας τους έπνιξε επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν άλλο τις ζημίες που προκαλούσε το βάσκανο βλέμμα τους. αλλά χάρισαν τη ζωή στην Δεξιθέα και τις αδελφές της, κόρες του Δάμωνα (Δάμων ή Δημώνακας ή Δημώναξ) ηγέτη των Τελχίνων, επειδή η μητέρα τους Μακελώ, είχε τιμήσει την έλευση των δύο θεών.


Στην μαγική τους φύση όφειλαν την ικανότητα τους να επηρεάζουν τον καιρό, και να μεταμορφώνονται με διάφορες μορφές.  Ο τρόπος με τον οποίο οι Τελχίνες κρατούν ζηλόφθονα φυλαγμένα τα μυστικά της τέχνης τους, αποκαλύπτει πως πίσω από τον μύθο, ανιχνεύονται οι πρώτες «κλειστές» θρησκευτικές οργανωμένες συντεχνίες των σιδηρουργών , όπως φαίνεται και από την σύναψη τους με την Κύπρο και την Κρήτη, γνωστά κέντρα μεταλλουργίας και μεταλλοτεχνίας. 

Ο αμφίσημος χαρακτήρας τους , επιδέξιοι τεχνίτες και εφευρέτες από τη μία, και κακοποιοί δαίμονες από την  άλλη, έχει το παράλληλο του σε μυθολογίες άλλων λαών, που αφορούν τη μεγάλη περιοχή των μύθων της «γένεσης του πολιτισμού» και των λεγομένων ηρώων του πολιτισμού. Οι Τελχίνες συενεπώς,   θα πρέπει να θεωρηθούν ως οι «αρχέγονοι Κάβειροι», αφού η Καφείρα που τους βοήθησε να αναθρέψουν τον Ποσειδώνα συνδέεται με την Καβείρα, μητέρα των Καβείρων. Κατά την τέλεση των Καβείριων μυστηρίων, οι μύστες πήγαιναν μπροστά σε έναν λίθο, που βρισκότανε μέσα σε έναν στρογγυλό (κυκλικό) λάκκο. 


Γενικά οι Τελχίνες ήταν  σεληνιακοί ιερείς, «μυσταγωγοί»   των ιερών μυστηρίων της μεγάλης μητέρας, γεγονός που μας παραπέμπει σε προ – «Ολύμπιες» και μητριαρχικές  εποχές. Ο λέξη μάγος εξάλου  κατά μια ερμηνεία προέρχεται από  το «μαγείρεμα» των θυσιαστικών προσφορών  των ιέρειων της μεγάλης Πότνιας θεάς, που λάμβανε χώρα μέσα στα ιερά στα σπήλαια. 


Σε διάφορα αποσπάσματα των Διονυσιακών του Νόννου, συναντούμε τις ονομασίες «Λύκος», «Σκέλμις» και «Δαμναμενεύς», για τους Τελχίνες.  Ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς τον 5ο αι. μ.Χ, αποδίδει σε κάποιον από τους Τελχίνες, το όνομα «Μύλας». Τον ίδιο αιώνα ο Στέφανος ο Βυζάντιος αναφέρει στο γεωγραφικό λεξικό Εθνικά, ότι το βουνό της Ρόδου Ατάβυρον, επονομάσθηκε έτσι, χάριν κάποιου Τελχίνα, ονόματι «Αταβύριος». 


Στο έργο του Ιωάννου Τζέτζου «Χιλιάδες, Περί Βασκάνων Εριννύων και Αλαστόρων Τελχίνων», συναντούμε τα ονόματα «Μίνων» και «Νίκων», ενώ στην επιτομή του έργου του Ζηνοβίου, περί Παροιμιών, αναφέρεται το «Σίμων ή Σίμωνας». Ένας άλλος ενδιαφέρον μύθος, είναι εκείνος κατά τον οποίο οι Τελχνίνες ήταν τρείς και ονομάζονταν «Χρυσός», «Άργυρος» και «Χαλκός», από τα μέταλλα των οποίων η ανακάλυψη οφειλόταν σ᾽αυτούς. 


Όπως προαναφέρθηκε, οι Τελχίνες είχαν άμεση σχέση – αν δεν ταυτίζονται-, τόσο με τους Καβείρους, όσο και με τους Ιδαίους δακτύλους. Οι Ιδαίοι  Δάκτυλοι θεωρούντα επίσης  δαίμονες, οι οποίοι που κατάγονταν από το βουνό Ίδη της Κρήτης. Αποτελούσαν την ακολουθία της μητέρας των θεών, της Ρέας ή Κυβέλης.
Τους ονόμασαν «Δακτύλους» επειδή ήταν πέντε  τον αριθμό, όσα δηλαδή και τα δάκτυλα του ενός χεριού, ή επειδή ήταν πολύ επιδέξιοι στα χέρια, ιδίως ως προς την κατεργασία των μετάλλων, ή επειδή όταν τους γέννησε η μητέρα τους (που ήταν η Ρέα ή η Αγχιάλη) έμπηξε από τους πόνους του τοκετού τα δάχτυλά της στο χώμα, ή, τέλος, γιατί γεννήθηκαν από τη σκόνη που έριξαν πίσω τους με τα δάχτυλά τους οι τροφοί του Δία. 


Αναφέρονται και περισσότεροι από πέντε Δάκτυλοι, από δεκαπέντε, έως και εκατό, οι οποίοι  ήταν οι πρώτοι άνδρες που γεννήθηκαν στην Κρήτη.
Οι Δάκτυλοι υποτίθεται ότι βρήκαν και κατεργάσθηκαν πρώτοι τον σίδηρο, ενώ κάποιες πηγές τους αποδίδουν και την καθιέρωση των «σχετικών Μυστηρίων». Σύμφωνα με την επικρατούσα  παράδοση, οι  Κουρήτες, ταυτίζονται με τους Ιδαίους Δακτύλους, στους οποίους  εμπιστεύθηκε η Ρέα τη φύλαξη του βρέφους της, του θεού Δία. 


Μία παράδοση των Ηλείων δίνει και τα ονόματα των πέντε οι οποίοι ήταν και οι ιδρυτές των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων: Ηρακλής  ο μεγαλύτερος σε ηλικία (όχι ο συνώνυμος ήρωας), Παιωναίος, Επιμήδης, Ιάσιος και Ίδας. 



Πιο συγκεκριμένα,  ο Ηρακλής πρότεινε στους άλλους  τέσσερις  να κάνουν αγώνες δρόμου καθώς πρόσεχαν τον μικρό. Μετά τη λήξη των αγώνων, ο Ιδαίος Ηρακλής στεφάνωσε τους νικητές. Στη συνέχεια, πρότεινε να τελούνται οι αγώνες αυτοί κάθε πέντε χρόνια, όσοι ήταν και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι. Πραγματικά, στην Ολυμπία υπήρχε ιδιαίτερος βωμός των Ιδαίων Δακτύλων. 

Σύμφωνα με μία άλλη μάλλον αρχαιότερη, παράδοση,  οι Ιδαίοι Δάκτυλοι ήταν τρεις: ο «Κέλμις», ο «Δαμναμενεύς» και ο «Άκμων», όλοι τους παντοδύναμοι μάγοι. Αυτοί οι μάγοι ήταν υπηρέτες της Αδράστειας, που πρώτοι άσκησαν την τέχνη του «πολυμήτιος» Ηφαίστου κατεργαζόμενοι με τη φωτιά το σίδερο και τον χαλκό. 


Οι Ιδαίοι, οι «γόητες»,  «Άκμων», «Δαμναμενεύς» και «Κέλμις», θεωρούνται από τους περισσότερους συγγραφείς ως οι πρώτοι κάτοικοι της Κρήτης και τοποθετούνται στο όρος Ίδη (Ψηλορείτης) ενώ κατά μία άλλη παράδοση κατοικούσαν στις υπώρειες του όρους Ίδη στην Τρωάδα από όπου ήρθαν μαζί με τον Μύγδονα στην Ευρώπη. Εκτός από τη σχέση τους με τη μεταλλουργία, οι Ιδαίοι Δάκτυλοι θεωρούνται ότι εισήγαγαν τις μυστηριακές λατρείες, σχετίζονταν με τη μουσική, είχαν τη δυνατότητα ως μάγοι και σοφοί να αποτρέπουν το κακό,  και κατά τις μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων,  είναι πάντα συνδεδεμένοι με τη λατρεία της Μητέρας Θεάς. 


Ταυτίζονται με τους Κουρήτες, νεαρούς πολεμιστές, οι οποίοι θεωρούνται απόγονοι τους και σχετίζονται με την ανατροφή του Δία στο Ιδαίον Άντρο, επίσης με τους Κορύβαντες και τους Καβείρους.  Οι Κουρήτες, λέγεται ότι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Κρήτης και δημιούργησαν το πρώτο πολιτισμό στο νησί. Σύμφωνα με τους μύθους,  οι Κουρήτες ήταν υπεύθυνοι για κάθε είδους ανακάλυψη της εποχής εκείνης, και βοήθησαν στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής στην Κρήτη. Την πρώτη εφεύρεση των Κουρήτων ακολούθησαν πολλές και σημαντικές άλλες ανακαλύψεις. Υπήρξαν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν και δίδαξαν στο ανθρώπινο είδος το κυνήγι φτιάχνοντας το πρώτο τόξο, την κτηνοτροφία εξημερώνοντας τα ζώα, τη μελισσοκομία, τη μεταλλουργία και το χορό. Οι Κουρήτες έφτιαξαν επίσης το πρώτο τύμπανο, το οποίο το κατασκεύασαν, τεντώνοντας το δέρμα ενός ζώου και το έκαναν δώρο στη Ρέα. 


Ο άγνωστος επικός ποιητής της «Φορωνίδας», των αρχών του 6ου π.χ αιώνα, σε ένα από τα αποσπάσματα που έχουν διασωθεί, αναφέρει πως οι τρείς  μάγοι Ιδαίοι Φρύγες ζούσαν στα βουνά. Ο «Κέλμης», ο πανήψηλος «Δαμναμενεύς», και ο πανίσχυρος «Άκμων». Είχαν πολύ επιδέξια χέρια, και ήταν υπηρέτες της βουσίσις Αδράστειας. Αυτοί πρώτοι βρήκαν στα βουνά την τέχνη του πολυμήχανου Ηφαίστου.  Έβγαλαν τον μαύρο σίδηρο από την γη, τον επεξεργάστηκαν στην φωτιά και έφτιαξαν εξαιρετικά έργα. Αυτή  την ανακάλυψη αποδίδει και το Πάριο χρονικό στους Δακτύλους, ανακάλυψαν λέει στην Ιδα τον σίδηρο, και την τοποθετεί στο 1432 π.x.


Ο Σοφοκλής στο χαμένο του σατυρικό δράμα «Κωφοί σάτυροι», το οποίο είχε ως θέμα την κλοπή της φωτιάς από τον  Προμηθέα , παρουσίαζε τους Ιδαίους δακτύλους Φρύγες, και ανέφερε μία ιστορία που λεγόταν για αυτούς.
Ο «Κέλμης» κάποτε παραστράτησε και φέρθηκε προσβλητικά προς την Ρέα. Τότε η Ρέα ανέθεσε στους δύο αδελφούς του να τον βρουν και να τον τιμωρήσουν προσδένοντας τον με άθραυστα σιδερένια δεσμά στην Ιδη.  Για αυτό τον λόγο σφυρηλατήθηκε τότε ο πιο σκληρός σίδηρος.


Ο Πυθαγόρας  πηγαίνοντας στην Κρήτη, συνάντησε τον «Μόργη», έναν από τους Ιδαίους Δακτύλους, ο ποίος τον «μύησε» μετά από την αναγκαία «κάθαρση»,  στα μυστήρια του Διός με «ενθρόνιση».  Τα μυστήρια τελούνταν υπό άκρα μυστικότητα. Για αυτό και ο Πυθαγόρας όπως είναι γνωστό,  επέβαλε τον νόμο της σιωπής σε ότι αφορούσε τις διδασκαλίες  του. Από εκεί προέρχεται και η λέξη Omertà, που χρησιμοποιεί η «μαφία» στην Ιταλία, όπου ο Πυθαγόρας ίδρυσε την σχολή του.  Omertà = κώδιξ τιμής/σιωπής , των λεγομένων «αρρήτων δογμάτων».  «ἐν ἐχερρημοσύν ῃ φυλάττωσιν ο ὓς ἂνἀκροάσωνται λόγους». Ι
άμβλιχος ( Περί του Πυθαγορικού Βίου, 34, 246, 9 – 10)


Στην πραγματικότητα,  η Omertà είναι ο «Νόμος της σιωπής», που η παραβίαση του πρέπει να τιμωρηθεί με θάνατο.  Συναφής με το νόμο της σιωπής, είναι και η Μαφίοζικη Σικελική παροιμία:
«Όποιος δεν ακούει, δε βλέπει και δε μιλάει, ζει εκατό χρόνια». Φράση η οποία επίσης προέρχεται από την  αντίστοιχη Πυθαγόρεια διδαχή:   «Ἂκουε, Ὃρα, Σίγα»…!!!


Άλλοι έλεγαν πως οι σοφοί Ιδαίοι δάκτυλοι επινόησαν και τα γράμματα, δηλαδή μαγικά λόγια που πιθανόν ήταν γραμμένα στο λατρευτικό άγαλμα της Άρτεμις στην Έφεσο.  Αυτά αποτελούσαν αποτελεσματική βοήθεια για όσους σε  ώρα κινδύνου  και ανάγκης,  τα  πρόφεραν και μάλιστα για τους δαιμονισμένους. Αλλά και τα ίδια τα ονόματα των Ιδαίων δακτύλων είχαν τη δύναμη να αποτρέπουν το κακό, από  όσους την δύσκολη στιγμή τα κατανόμαζαν. 


Η σχέση των Ιδαίων  Δάκτυλων  με την μεταλουργία είναι φανερή στο μύθο. Οι  «γόητες» και σιδηρουργοί Ιδαίοι Δάκτυλοι έχουν ονόματα που μαρτυρούν την σχέση αυτή. «Άκμων» είναι το αμόνι. «Δαμναμενεύες»  ίσως σημαίνει το σφυρί, από το δαμνάν  που σημαίνει δαμάζω, δηλαδή δίνω στο μέταλο μορφή. Το «Σκέλμις» είναι  πολύ κοντά στο  ««σκάλλω» που σημαίνει σκάβω.


Σημαντική είναι η  μαρτυρία του,  Φερεκύδη πως οι Ιδαίοι Δάκτυλοι χωρίζονταν σε είκοσι δεξιούς «μεταλλεύοντες»,  και τριάντα δύο αριστερούς  «γόητες», υποστηρίχθηκε πως αποτελεί απήχηση μία πραγματικής διαίρεσης σε δύο κατηγορίες των  «χαλκέων της πότνιας», που αναφέρεται σε Μυκηναϊκές πινακίδες της  Πύλου.   Οι πρώτοι λένε είναι οι «ώριμοι» τεχνίτες που μυούν τους νέους στο κλειστό επάγγελμα (μύηση – γοητεία είναι πολύ κοντά), και οι δεύτεροι είναι οι  «χωρίς μετάλλευμα» ακόμη μυούμενοι .


Είναι φανερό λοιπόν,  πως οι αρχαιότερες  μυσταγωγικές τελετές ήταν άρρηκτα συνυφασμένες  με την λατρεία της φωτιάς  και των «μυσταγωγικών» μαγικών τελετών της  «Πότνιας μεγάλης Θεάς». Ο «πυρσός των μυστηρίων»,  στην συνέχεια «μεταλαμπαδεύτηκε» στα Ελευσίνια μυστήρια, όπου οι χθόνιοι Θεοί, κατοικούν πλέον τόσο στον Όλυμπο όσο και στο Άδη, και την θέση της μεγάλης χθόνιας Πότνιας  Θεάς παίρνει, η Δήμητρα και η κόρη...  


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ιχώρ 

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Ερμής ο αρωγός συν-οδοιπόρος της αναζήτησης…

εικ.1

Ο Ερμής ήταν ανάμεσα στα άλλα, ο Αγγελιοφόρος των Θεών, αλλά και ψυχοπομπός ( «Οδός άνω και κάτω μία»). Ο Πυθαγόρας αποκαλούσε τον Ερμή, «θεϊκό ταμία των ψυχών», «πομπαίο», «πυλαίο» και «χθόνιο», επειδή συνόδευε τις ψυχές στον 'Aδη.

Ήταν όμως επίσης προστάτης των οδοιπόρων ( γεγονός μάλλον καθόλου τυχαίο, και εξαιρετικά συμβολικό, όπως θα διαπιστώσετε στην συνέχεια). Για αυτό τον λόγο υπήρχαν οι Ερμαϊκές στήλες κατά μήκος των οδών,  ώστε  να μην ξεφύγουν  οι οδοιπόροι από τη σωστή κατεύθυνση , να μην χάνουν δηλ. τον δρόμο τους…
Αυτοί οι σηματοδότες στην αρχή ήταν απλοί σωροί από πέτρες και κάθε οδοιπόρος που πέρναγε έριχνε μια πέτρα στο σωρό, ο οποίος έτσι μεγάλωνε. Πίστευαν πως με το ρίξιμο της πέτρας ο οδοιπόρος απαλλασσόταν από την κόπωση του ταξιδιού η οποία μεταβιβαζόταν στην πέτρα. Όταν μπορούσε ο οδοιπόρος όφειλε να καταθέτει και σύκα κοντά στο σωρό, γεγονός που είχε διπλή σημασία: απότιση τιμής στο θεό και βοήθεια για τους πεινασμένους οδοιπόρους.

Το συμβολικό όμως μήνυμα του προστάτη των οδοιπόρων του Ερμή, είναι σχετικό με την ατραπό που επιλέγει ο κάθε ένας από εμάς, στο ταξίδι της ζωής και στις αναζητήσεις του.  Αν επιλεγεί πιο το δύσκολο και δύσβατο ταξίδι,  και επιδιωχθεί η  μετουσίωση των ενεργειών και ιδιοτήτων που συμβολίζει ο Ερμής,  τότε μέσω της φώτισης και της ενόρασης,  ανοίγονται δρόμοι ώστε   να εκφραστούν δημιουργικά οι εσωτερικές δυνατότητες του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.

Αναφέρουν  σχετικά οι Ντβαλ Κουλ & Αλίκη Μπέιλη στο βιβλίο τους Εσωτερική Αστρολογία  : «Ο Ερμής αναπτύσσει τον ταχύ και ενορατικό νου που ερμηνεύει την εμπειρία, συμβάλει στην ανάπτυξη της ενόρασης και συσχετίζει τον εσωτερικό πνευματικό άνθρωπο με τον εξωτερικό άνθρωπο με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η μελλοντική ενότητα του σκοπού, του σχεδίου και της προσπάθειας. Ο Ερμής επιφέρει εκείνες τις αλλαγές στη νοητική αντίληψη, που επιτρέπουν στην ανθρωπότητα να δράσει τελικά ως μεσολαβητής ανάμεσα στους ανώτερους κόσμους και στα τρία κατώτερα βασίλεια στη φύση…..Ο Ερμής φωτίζει το νου και μεσολαβεί ανάμεσα στην ψυχή και την προσωπικότητα, όντας ο αγγελιαφόρος των θεών» .

Καθίσταται κατ’ αυτόν τον τρόπο,   ο αναζητητής ένας συνειδός πνευματικός συν-οδοιπόρος, ο οποίος ιχνηλατεί τα ανεξερεύνητα  μονοπάτια της ζωής, απολαμβάνοντας  όμως ταυτόχρονα την ομορφιά της ζωής και της περιπέτειας...


Στην πρώτη εικόνα, προτομή του λόγιου Ερμή, Ρωμαϊκό αντίγραφο 2ου αιων. μ.χ, με τεχνική επιχρωματισμού από τον φίλο καλλιτέχνη, Aias Zigogiannis

εικ.2

Στην δεύτερη εικόνα η προτομή πριν την χρωματική επεξεργασία.


Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Ο Μυθικός Πάν (αποσυμβολισμός), και το Αρκαδικό ιδεώδες




«Η γη μας γη των άφθαρτων αερικών και ειδώλων,πασίχαρος και υπέρτερος θεός μας είν' ο Απόλλων. Στα εντάφια λευκά σάβανα γυρτός ο Εσταυρωμένος είν' ολόμορφος Αδωνις  ροδοπεριχυμένος.  Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας αθέλητα κρυμμένη ο Μέγας Παν δεν πέθανε,όχι ο Παν δεν πεθαίνει!».
Α. Σικελιανός
.
Άγαλμα μικρού Πανός, στην Ιταλική πόλη Ποζιτάνο.
.
Συνεχίζοντας το ταξίδι μας στον αποσυμβολισμό της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας,  στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε αρχικώς τα μυθολογικά στοιχεία του Πανός,  και στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αποσυμβολίσουμε τις «εσωτερικές  ιδιότητες» του, καθώς ο συγκεκριμένος Θεός,  σηματοδοτεί όχι μόνο την παλαιόθεν στενότατη σχέση του ανθρώπου με την φύση, αλλά και την έξοδο του ανθρώπου από τις σπηλιές, τα δάση,  την δημιουργία του πολιτισμού, και το όραμα ενός άλλο πιο «ολιστικού» και φυσιοκεντρικού κόσμου…. 

Η  προσπάθεια αυτή  αποσυμβολισμού δεν διεκδικεί την μόνη ερμηνεία που θα μπορούσε να δοθεί. Η  λέξη «αλληγορία» εξάλλου , σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον Αλληγοριστή  (1ος αι. μ.Χ.), ετυμολογείται από το αγορεύω περί άλλου,  και εννοεί «τον λόγο που ενώ μιλάει για κάτι υπονοεί κάτι άλλο». Αυτό το «άλλο» λοιπόν. είναι εξαιρετικά αόριστο… Εμείς θα βασιστούμε στον μαιτρ του είδους τον Πλάτωνα, προσπαθώντας να είμαστε συνεπής στα διδάγματα και τον τρόπο σκέψης του. Ήδη από ην αρχαιότητα πολλοί ήταν αντίθετοι με την αλληγορική ερμηνεία των μύθων. Ο  Παυσανίας για παράδειγμα ήταν  αρχικά επικριτικός σε κάθε απόπειρα εγκυρότητας ή αποσυμβολισμού των μύθων, στην συνέχεια όπως ο ίδιος παραδέχεται άλλαξε γνώμη. Και μάλιστα,  η επίσκεψη του στην Αρκαδία, ήταν αυτός ο λόγος. Αναφέρει χαρακτηριστικά :

«Όταν ξεκινούσα να συγγράφω την ιστορία μου έτεινα να πιστεύω ότι οι μύθοι των Ελλήνων είναι ανόητοι, όταν όμως έφτασα στην Αρκαδία στράφηκα προς μία πιο ώριμη γνώμη: στα παλιά χρόνια οι Έλληνες που θεωρούνταν σοφοί μιλούσαν όχι με ευθύ τρόπο αλλά μέσω αινιγμάτων, γι’ αυτό και θεωρώ τους θρύλους περί του θεού Κρόνου ένα είδος Ελληνικής σοφίας.»

Ας επιστρέψουμε όμως στον Πάνα. Ο τραγοπόδαρος Παν είναι ένας  κατ’ εξοχήν Αρκαδικός θεός. Για αυτό και παλαιότερα η Αρκαδία λεγόταν Πανία. Σύμφωνα με τις επικρατέστερες παραδόσεις γεννήθηκε στο όρος Λύκαιον της Αρκαδίας ως ποιμενικός θεός έχοντας ως πολυάριθμη συνοδεία, τους Σιληνούς, τις Μαινάδες, και Ναϊάδες, οι οποίοι χόρευαν υπό τον ήχο της ποιμενικής του αυλού. Κατά  την επικρατέστερη εκδοχή του μύθου, ήταν γιος του αγγελιοφόρου των θεών, του Ερμή και της Νύμφης Δρυόπης. 

Όταν γεννήθηκε ήταν μισός «τράγος» και μισός άνθρωπος,  είχε πόδια και κέρατα τράγου, γένι και μυτερά αυτιά. Λέγεται μάλιστα πως όταν τον είδαν οι Ολύμπιοι θεοί  γέλασαν με την παράξενη για Θεό μορφή του.  Περισσότερο απ' όλους, γέλασε μαζί του ο θεός του κεφιού, ο Διόνυσος, ο όποιος τον κάλεσε στη συντροφιά του και τον ονόμασε Παν, επειδή οι πάντες ευχαριστήθηκαν όταν τον είδαν. 

Στο Λύκαιο και στην Λυκόσουρα  υπήρχαν παλαιότατοι ναοί αφιερωμένοι στον Πάνα, όπου ασκούσαν  όπως σημειώνει ο Παυσανίας, και την μαντική, καθώς ο Πάνας θεωρείτο ότι κατείχε το χάρισμα της προφητείας. Του αφιέρωσαν ιερά, όπως στο Λύκαιο και στη Μεγαλόπολη, έκτισαν βωμούς όπου έκαιγε «άσβεστο πυρ», και θέσπισαν προς τιμήν του  μυσταγωγικές τελετουργίες, και μυητικές τελετές.  Η λατρεία του Θεού γινόταν κατά κανόνα σε άντρα (σπήλαια) που φιλοξενούσαν αγάλματα ή ξόανα του, ακόμη και εντός των πόλεων, όπως στην περίπτωση των Αθηνών.

Για την Λυκόσουρα  οι αρχαίοι Έλληνες  υποστήριζαν πως ήταν  η πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου στη Γη, καθώς όπως έλεγαν,  «ιδρύθηκε τότε που δεν υπήρχε Σελήνη στον Ουρανό». Γενικά τους αρχαίους Αρκάδες τους αποκαλούσαν «προσέληνους», επειδή υπήρξαν στην περιοχή αυτή πριν εμφανιστεί η Σελήνη στον ουρανό. 

Κατά τον Παυσανία, στο Μαίναλο το ιερό βουνό του Πανός,  οι κάτοικοι του ισχυρίζονταν στην αρχαία Ελλάδα  ότι είχαν ακούσει τον ήχο του αυλού του. Ο Παυσανίας αναφέρει επίσης ότι στο Λύκαιο όρος λάμβαναν χώρα τα «Διάπανα», αγώνες προς τιμήν του Πάνα, ταυτόχρονα με τα Λύκαια (που τελούνταν προς τιμή του Δία), με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η πεποίθηση ότι επρόκειτο, για θεότητα διπλής υπόστασης, τον Διοπάνα. Ο Παυσανίας, συνεχίζοντας την αφήγησή του για τον Πάνα, αναφέρει ότι:

«Στα δεξιά της Λυκοσούρας, υπάρχουν τα Νόμια όρη, όπου υπήρχε και το ιερό του Νομίου Πανός και το χωριό το ονομάζουν Μέλπεια, από τη σύριγγα του Πάνα που βρέθηκε εκεί. Είναι εύκολο να θεωρήσει κανείς ότι τα όρη, ονομάστηκαν Νόμια, από τα βοσκοτόπια (που υπήρχαν εκεί), ενώ κατά τους Αρκάδες, (ονομάστηκαν έτσι) από το όνομα κάποιας Νύμφης».

Δεν  είναι να απορεί λοιπόν κανείς πως η  θρησκεία στην Αρκαδία, ήταν αμιγώς φυσιολατρική, και πως οι Αρκάδες, διατήρησαν και αναδείξαν στους θρύλους τους, θεότητες της φύσης όπως ο Πάνας, ο οποίος  έτρεχε μαζί με τις Νύμφες στα  δάση, με τον ήχο φλογέρας του, να αποτελεί την αφορμή για το ξεκίνημα του χορού στον οποίο συμμετείχαν  οι Νύμφες, οι Χάριτες,  οι σάτυροι και οι  Μαινάδες. 

Ο Πάνας  καθιστούσε τα κοπάδια γόνιμα και γι αυτό κι ο ίδιος διακρινότανε για τον ερωτικό του οργασμό. Οι αρχαίοι Αρκάδες όπου υπήρχε άγαλμα του θεού πήγαιναν και κτύπαγαν αυτό με τσουκνίδες για να διεγείρουν τον θεό ώστε  να  αποκτήσει ερωτική ορμή. Ο  Πάνας περιφερόταν συνήθως στα δάση και ιδιαιτέρως στα  βουνά της Αρκαδίας, το Μαίναλο, το Λύκαιο, στον ποταμό Λάδωνα και το Αφροδίσιο όρος σκορπώντας τις μελωδίες του αυλού του, τον οποίο έφτιαξε μετά από τον έρωτα του για την νύμφη Σύριγγα. 

Πιο συγκεκριμένα ο Πάνας συνάντησε την ωραία νύμφη, και την ερωτεύθηκε, έτσι  άρχισε να την κυνηγά. Η νύμφη τρομαγμένη από την μορφή του, έτρεξε να σωθεί στον ποταμό Λάδωνα, τον οποίο ικέτεψε να την βοηθήσει, λίγο πριν ο Πάνας καταφέρει να την πιάσει.  Αυτός για να σωθεί η σύριγγα  την μεταμόρφωσε σε καλαμιά. Έτσι ο Πάνας βρέθηκε να κρατά, αντί για την νύμφη,  καλάμια. Απογοητευμένος ο Πάνας στάθηκε δίπλα στην όχθη του ποταμού κρατώντας τα καλάμια, οπότε άκουσε τον ήχο του αέρα που περνούσε μέσα απ' αυτά. 

Τότε έκοψε τα καλάμια σε διαφορετικό μήκος, τα ένωσε κλιμακωτά με κερί κι έτσι έφτιαξε τη σύριγγα,  που επικράτησε να λέγεται «αυλός του Πανός», το μουσικό όργανο των βοσκών. Κάποτε μάλιστα ο Πάνας προσκάλεσε σε μουσικό αγώνα τον Απόλλωνα, αλλά έχασε από τον Θεό της μουσικής και του φωτός. Έτσι η  Αρκαδία  απόκτησε το ποιμενικό της σύμβολο, την τοπική της θεότητα.
Ο Πάνας  προσπάθησε επίσης ανεπιτυχώς να «ενωθεί» και με την νύμφη Ηχώ. Ένας άλλος ανεπιτυχής έρωτας του ήταν με την νύμφη Πίτυν, την οποία όμως ο αντίζηλός του, ο  Βορέας,  την έριξε από έναν βράχο. Η  Γαία την λυπήθηκε και  την μεταμόρφωσε σε πεύκο, που έκτοτε αποτελεί το ιερό δένδρο του Θεού. Τέλος ερωτοτρόπησε και  με την Θεά Σελήνη, κατεβάζοντας την από το ουράνιο στερέωμα.

  Άγαλμα του Πανός σε πάρκο, Ηνωμένο Βασίλειο

Ο Πάνας λέγεται πως  έλαβε μέρος στην μάχη του Μαραθώνα, και μάλιστα έτρεψε σε φυγή τους Πέρσες, αφού τους κατέβαλε ο πανικός από την εμφάνιση του τραγοπόδαρου Θεού.  Ο  Πάνας  πριν την μάχη είχε παρουσιαστεί στο όρος Παρθένιο στο δρομέα Φειδιππίδη (ο οποίος  είχε αποσταλεί εκ μέρους των Αθηναίων προκειμένου να ζητήσει τη συνδρομή των Σπαρτιατών εν όψει της περσικής επίθεσης) και  παραπονέθηκε ότι δεν του πρόσφεραν τις δέουσες τιμές, ενώ αυτός, θα ήταν χρήσιμος στον αγώνα τους κατά των Περσών.

Ο Θεός εμφανίστηκε στην μάχη, και ο Πανικός κατέλαβε τους Πέρσες. Μετά την νίκη στο Μαραθώνα, οι Αθηναίοι δεν ξέχασαν τον Αρκάδα θεό και ανέγειραν στην Ακρόπολη ιερό αφιερωμένο σε αυτόν, ενώ σε άγαλμα του γλύπτη Σιμωνίδη, αναγράφεται «Τον τραγόπουν εμέ Πάνα, τον Αρκάδα, τον κατά Μήδων, τον μετ΄ Αθηναίων, στήσατο Μιλτιάδης». Αργότερα, τελούνταν εκεί εορτές προς τιμήν του Πανός, τρεις φορές τον χρόνο. Έτσι ο Πάνας έτυχε ευρύτερης αναγνώρισης στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

 
Τα γνωστότερα λατρευτικά άντρα του Πάνα βρίσκονταν : στα όρη Μαίναλον, Λύκαιον, Παρθένιον, Γλύφιον της Αρκαδίας, στο Παναχαϊκον, στην Ακρόπολη και την Πνύκα των Αθηνών, στην Βάρη («Σπήλαιο Νυμφολήπτου»), το Δαφνί, την Οινόη, την Πεντέλη, τον Μαραθώνα, την Πάρνηθα της Αττικής, στον Κιθαιρώνα και το Κωρύκειο όρος των Δελφών, στο Αμάριον της Κρήτης, στην Άσπρη Πέτρα της Κω, στο Νυμφαίον της Λέσβου, στην Μελισσάνη της Κεφαλονιάς, στο Κωρύκειο Κιλικίας, στο Ρήγιον της Καλαβρίας, στην Ρώμη, κ.ά.
Η Αρκαδία όπως προαναφέρθηκε θεωρείται  πως κατοικείται από αρχαιότατους χρόνους, και λόγο του ορεινού της όγκου,  φαίνεται πως στους μύθους και τους θρύλους της επιβίωσαν παλαιότατες δοξασίες, δοξασίες που αναγνώριζαν την άρρηκτη σύνδεση του ανθρώπου με την φύση.  
 
Πριν προχωρήσουμε στον αποσυμβολισμό του Πανός, θεωρώ σκόπιμο να  κάνω μία αναφορά στο «Αρκαδικό ιδεώδες», όπως αυτό έγινε γνωστό κυρίως μέσω του Αναγεννησιακού πίνακα του Nicolas Poussin (1594-1665). Ο πρώτος  πίνακας χρονολογείται το 1630 και ο δεύτερος γύρω στα 1636. Οι πίνακες παρουσιάζουν τρεις Αρκάδες βοσκούς, σε απροσδιόριστη παλαιά εποχή,  γύρω από έναν τάφο, στον οποίο είναι χαραγμένη η μυστηριώδης Λατινική φράση «ET IN ARCADIA EGO» που μπορεί να σημαίνει «Είμαι/Ήμουν και εγώ στην Αρκαδία» , ή «Αυτός που βρίσκεται στον τάφο έζησε στην Αρκαδία». Δίπλα τους στέκεται μια γυναικεία μορφή.






ET IN ARCADIA EGO», Nicolas Poussin
.
Στην λεπτομέρεια προσέξτε πως ένας εκ των ποιμένων δείχνει με το δάχτυλο του προς τα δεξιά, ενώ ο άλλος προς τα αριστερά...Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αλληγορική αυτή φράση  ήταν γνωστή από πιο πριν. Συγκεκριμένα εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ένα πίνακα του Giovanni Francesco Guercino (Guerchain), που έγινε μεταξύ του 1621 και 1623. Και ο πίνακας αυτός, που παρουσιάζει δύο ανθρώπους να ενατενίζουν με εκστασιασμό ένα ανθρώπινο κρανίο στο δάσος, χαρακτηρίζεται από ανάλογη διάθεση και αλληγορία. 

 «ET IN ARCADIA EGO», Francesco Guercino (Guerchain)


Για την ερμηνεία της  φράσης  πολλά έχουν προταθεί. Όποιο όμως και εάν είναι το νόημα των λέξεων , γεγονός παραμένει ότι ο πίνακας αποπνέει μελαγχολία και προκαλεί το στοχασμό και την εσωτερική αναζήτηση. Στο βιβλίο τους Holy Blood and the Holy Grail οι Lee και Lincoin διατύπωσαν τη θεωρία ότι η επιγραφή είναι αναγραμματισμός. 

Εάν δηλαδή τα γράμματα τοποθετηθούν διαφορετικά, σχηματίζεται η φράση «I Tego arcana Dei» που μεταφράζεται «Εγώ κρατάω τα μυστικά της Θεότητας». Ένα άλλο «κρυφό νόημα» της λέξης ARCADIA είναι η σύνθεσή της από δυο άλλες λέξεις, ARCA (τάφος ή κιβωτός ) και DIA (για το Δία/για το Θεό), ας τη μεταφράσουμε ελεύθερα ως «θεϊκός τάφος», ή «η κιβωτός του Θεού». Κάποιοι  υποστηρίζουν πως η ίδια φράση είναι επίσης κωδικοποιημένα χαραγμένη στον τάφο κάποιας  Marie de Blanchefort, στο διάσημο εκκλησάκι του  Rennes-le-Chateau.

Το σίγουρο είναι πως στην Αρκαδία η μυθιστορία χάνεται στα βάθη της ανθρώπινης προϊστορίας. Οι μύθοι επιμένουν πως εδώ γεννήθηκε η ζωή. Εκτός του Πάνα στο όρος Λυκαίο κατά μια εκδοχή η Ρέα γέννησε μυστικά τον Δία για να αποφύγει την οργή του Κρόνου, στα πανάρχαια φυσικά ιερά του ποταμού Νέδας, όπου τελούταν η λατρεία της αρχαίας θεάς Ευρυνόμης και της Μέλαινας Δήμητρας. 

Οι Ρωμαίοι για να εκφράσουν τον θαυμασμό τους για την Αρκαδία την αποκάλεσαν «Arca Deorum», Κιβωτό του Θεού. Στην  Ρωμαϊκή  Θρησκεία ως Πάνα συναντούμε τρεις διαφορετικούς κερασφόρους Θεούς που ομοιάζουν στον Θεό Πάνα των Ελλήνων, τον Σιλβανό (Silvanus), τον Φαύνο ή Φάουνους (Faunus) και τον Λουπέρκους (Luperkus). Θα μπορούσαμε να πούμε πως το Αρκαδικό ιδεώδες αφορά μία  αναπόληση της αθώας ζωής, ενός  ποιμενικού παραδείσου. Αφορά  μια νοσταλγία για τις αγνές αξίες της φυσικής ζωής,  ένα φόρο τιμής στο Αρκαδικό μέτρο που δεν επιτρέπει στα ανθρώπινα να επιβληθούν στη φύση. 
 
Ο Πλάτωνας (Φαίδρος, 279 B-C)  μας μεταφέρει  την ακόλουθη  προσευχή στον Πάνα: 

«Ω φίλε  ΠΑΝ Δημιουργέ που έχεις φτιάξει το ΠΑΝ, και σεις άλλοι θεοί, όσοι λατρεύεστε εδώ,κάνε τε με να γίνω ωραίος εσωτερικά στην ψυχή. Τα δε υλικά αγαθά, όσα έχω, κάντε τα να βρίσκονται σε αρμονική σχέση με τις ιδέες μου. Να νομίζω πλούσιο μόνο το σοφό, και να έχω τόση περιουσία, όση θα ήταν αρκετή να έχει και να ανέχεται, όχι άλλος άνθρωπος αλλά ο σώφρων.»

Για τους αναζητητές το Αρκαδικό ιδεώδες είναι ένας κόσμος Δύναμης και Γνώσης, μία ατραπός αυτογνωσίας.Για τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους, η Αρκαδία ήταν η γη των προγόνων με ανθρώπους ευσεβείς και ταπεινούς πλάι στους θεούς της άγριας φύσης, με ανθρώπους φιλόξενους, ποιμένες, λάτρεις της μουσικής και της απλής ζωής, μακάριους και κοντινούς στην Χρυσή εποχή του Κρόνου. Η γη όπου η φωνή των χρησμών είχε υποδείξει τους πιο ευδαίμονες και ταπεινούς ανθρώπους. 

Ο  ήρωας Εύανδρος λχ,  από την Αρκαδία, ξεκίνησε να ιδρύσει αποικία γύρω στα μέσα της Β' πχ χιλιετίας, οδηγώντας πλήθος Αρκάδων άπο τα Παλλάντιον της Άρκαδίας. ('Ερείπια του Παλλαντίου, κτισμένου από τον Πάλλαντα, εγγονό τού Πελασγού, σώζονται ακόμη σήμερα στην περιοχή Μπολέτα της Μάκρης Άρκαδίας).

Ό Εύανδρος με τούς Αρκάδες  αποβιβάστηκε  στην Ιταλία και έκτισε οικισμό στην ανατολική όχθη τού ποταμού Θύμβριδος,  επί τού μεσαίου εκ των επτά λόφων της περιοχής. τον ονόμασε "Παλλάντιον" προς τιμήν τού Αρκάδος Πάλλαντος, εγγονό τού Πελασγού. Γύρω άπα τον Παλλάντιον λόφο τέθηκαν τα θεμέλια τού πρώτου οικισμού της Ρώμης και γι' αυτό τα Παλλάντιον της Άρκαδίας αναγνωρίστηκαν  από τους  Ρωμαίων ως ή ιστορική μητρόπολις τους. Για αυτό  οέ αυτοκράτορας  Αντώνιος Πίος (138-161 μ.χ.) απάλλαξε το  Αρκαδικό Παλλάντιο  από την καταβολή φόρων (Παυσαν. Άρκαδ. 43 ).

Ο  Διονύσιος Άλικαρνασσεύς, στην «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»,  τονίζει συνεχώς την Ελληνική καταγωγή των Λατίνων και των Ρωμαίων, μέσω της προς Δυσμάς μεταναστεύσεως όχι μόνον των Αρκάδων Πελασγών αλλά και των Τρώων, Αρκαδικής και αυτών καταγωγής (Διον. Άλικ. Ρωμ. Άρχαιολ. Β 1,3).

Για αυτό τον λόγο στην  Ιταλία μαρτυρείται από τους αρχαίους Έλληνες  πλήθος παλαιοτέρων ονομάτων, όλων όμως Ελληνικών όπως : Κρονία, Έσπερία, Χθονία, Βρεττία άπό Βρέττου υιού Ηρακλέους, Αύσονία, Οίνωτρία, Φλεγραία  (Διόδ. Ε' 71.4).

'Ο Ιταλός επίσης υπήρξε αρχαίος βασιλιάς των Πελασγών, στον οποίο χωστά το όνομα της η Ιταλία". Το γεγονός αυτό πέρασε στην Μυθολογία: «Όταν ο Ηρακλής επέστρεφε στην Ελλάδα από την Δύσης με τούς βούς τού Γηρυόνου, πλησίον τού Ρηγίου,  εΙς απορρήΥνυσι ταύρος καί ταχέως είς τήν θάλασσαν έμπεσών εβγηκε είς Σικελίαν και διηλθεν είς την πλησίον χώραν "τήν απ' έκείνου κληθείσαν Ίταλίαν». (ιταλό ς =ταύρος, έκ τού ϊτης =όρμητικός ρημα είμι: ϊθι, 'ίτω, ϊτε), 'Ο Μέσσαπος υπήρξε υιός τού Ποσειδώνος, γι' αυτό Μεσσαπία ονομάζεται το ακρότατο ανατολικό ακρωτήριο της Ιταλίας (Σκύμνος ό Χίος, Περιήγησις 227). 

Σύμφωνα δε με τον Παυσανία  ο  Οϊνωτρος, ό νεώτερος υιός τού Λυκάονος, ζήτησε από τον αδελφό του Νύκτιμο χρήματα και άνδρες και πέρασε με πλοία στην Ίταλία  Αύτη υπήρξε η πρώτη αποστολή πού έστειλαν από την Ελλάδα και αν υπολογίσουμε επακριβώς, θα φανεί ότι ουδείς προ τού Oiνώτρου, (ούτε εκ των βαρβάρων) αφίχθη εις ξένη γη (Τζέτζης, in Lycophr. 912). 

Αν λοιπόν  η κλασσική Ελλάδα, άφησε το αποτύπωμα της στον δυτικό κόσμο δια μέσω της φιλοσοφίας, του δράματος και της δημοκρατίας, η Αρκαδία έχει συνδέσει την ιστορία της με τη βουκολική εικόνα της απλότητας και της αρμονίας και της Ελευθερίας. Και οι δύο αυτές εικόνες, η Αρκαδική και η Αθηναϊκή, είναι οι ρίζες που τρέφουν την εξέλιξη του Ελληνικού πνεύματος στη Δύση. 

Πατέρες  της βουκολικής-ποιμενικής ποίησης θεωρούνται ο  Έλληνας ποιητής της  Ελληνιστικής περιόδου Θεόκριτος (310-250 π.Χ), και ο  Βιργίλιος (70-19 π.Χ.). Και τα έργα του Ρωμαίου ποιητή Οβίδιου όμως (43π.Χ.-17μ.Χ.) χαρακτηρίζονται  από στοιχεία Αρκαδισμού.

Η Αρκαδία, επανέρχεται στην Αναγέννηση στα έργα των Λατίνων ως ο μακρινός απόηχος των μύθων μίας χρυσής εποχής, όπου αναζητείται η ιδέα του έρωτα και της Ελευθερίας ως  το αληθινό νόημα της ζωής. Η Αρκαδία ως αντίδοτο σε ένα κόσμο που έχει αποκοπεί από την φύση, την πραγματική  «φύση»  του ανθρώπου δηλαδή,   αναζητώντας τον επαναπροσδιορισμό της κοινωνίας. Η Αρκαδία υπενθυμίζει και πάλι την πηγαία αθωότητα, της χαράς της ζωής, της ελευθερίας στον έρωτα,  της απλότητας, της φυσιολατρείας. 

Ένας κόσμος που μάλλον  φαντάζει παραδεισένιος, και ουτοπικός. Υπό την επιρροή του Χριστιανισμού, το ιδεώδες του Αρκαδισμού απέκτησε τη διάσταση της επιστροφής στο χαμένο Παράδεισο, της  Εδέμ.

Ο  πίνακας του Poussin  αντανακλά επίσης μια μελαγχολική ενατένιση του θανάτου, επισημαίνοντας το γεγονός ότι η επίγεια ευτυχία είναι πολύ πρόσκαιρη και μεταβατική. Ακόμα και όταν αισθανθούμε ότι ανακαλύψαμε ένα μέρος όπου βασιλεύει η ειρήνη και η ευδαιμονία, θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι κάποτε αυτό θα έχει ένα τέλος και ότι όλα τότε θα χαθούν και δεν θα είμαστε παρά μία ανάμνηση.  Για αυτό τον λόγο θα πρέπει να φροντίσουμε να μείνουμε όχι μόνο μία ευχάριστη ανάμνηση, αλλά να προσπαθήσουμε να αφήσουμε παρακαταθήκη ώστε να γίνει το έργο των επόμενων γενεών καλύτερος. 

Σε διαφορετική περίπτωση η ματαιότητα και το εφήμερο του επίγειου κόσμου των πρόσκαιρων απολαύσεων και αγαθών φαίνεται  να απηχεί το κεντρικό μήνυμα και νόημα της ρήσης-επιγραφής αυτής όπως και του πίνακα. Σύμφωνα μάλιστα με την ερμηνεία του πρώτου βιογράφου του Poussin Giovannis Pietro Bellori: «O τάφος μπορεί να βρεθεί ακόμα και στην Αρκαδία,  και αυτός ο θάνατος συμβαίνει μέσα στην ανθρώπινη απόλαυση».


Συμβολικοί πίνακες βασισμένοι στο Αρκαδικό ιδεώδες..


Ας επανέλθουμε όμως στον Πάνα.  Το όνομα του ίσως προέρχεται  από την ρίζα πα, που δηλώνει φύλαξη ή περιποίηση, από την οποία και το ρήμα «πάομαι» (αποκτώ, φυλάσσω). Ο Θεός απεικονίζεται κερασφόρος με πόδια τράγου  γένι και μυτερά αυτιά, μισός «ζώο» και μισός άνθρωπος.  Λόγω της  μορφής του,  όπως προαναφέρθηκε,  όταν γεννήθηκε οι υπόλοιποι θεοί γελούσαν. 

Μήπως όμως οι Θεοί γελούσαν  διότι ο  Πάνας όπως  σύμφωνα με το όνομα του συμβολίζει τον Κόσμο, το Παν; Η αμφίσημη μορφή του ίσως συμβολίζει,  την αρμονία  του  κόσμου ο οποίος προέκυψε από το χάος, το οποίο οι κοσμικές θεϊκές δυνάμεις υπηρετούν και διατηρούν. 
 
Ο Πλάτωνας στον Κρατύλο (περί ονομάτων), αναφέρει σχετικά :

«Παν ο υιός του Ερμού είναι διφυής (μισός άνθρωπος μισός τράγος), διότι ο λόγος το παν εκφράζει και περιστρέφεται διαρκώς, και είναι δύο ειδών, αληθής και ψευδής. Λοιπόν το μεν αληθές μέρος του είναι λείον και θείον και κατοικεί επάνω εις την κατοικίαν των θεών, το δε ψευδές μένει κάτω μεταξύ του πλήθους και είναι τραχύ και τραγοειδές (τραγικόν). Διότι εις τούτο το ζήτημα περιστρέφονται οι περισσότεροι μύθοι και τα ψεύδη, δηλαδή εις τον τραγικόν βίον. Ορθώς λοιπόν ο Παν ο οποίος μηνύει τα πάντα και πάντοτε περιπολεί, ονομάζεται αιγοβοσκός, και είναι διφυής υιός του Ερμού, εις μεν τα άνω μέρη λείος (άτριχος), εις δε τα κάτω τριχωτός και τραγοειδής. Και είναι ο Παν ή λόγος, ή αδελφός του λόγου, αφού είναι υιός του Ερμού....»

Ο συνδυασμός του ανθρώπινης  και ζωικής μορφής του Πανός, συμβολίζει σε ανθρώπινο επίπεδο,  το κοσμοϊστορικό γεγονός της εξόδου του Προμηθεικού ανθρώπου από τις σπηλιές και τα δάση, όταν ξεχώρισε από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, δημιουργώντας τον ανθρώπινο πολιτισμό. 

Το κάτω ζωικό μέρος του Πάνα συμβολίζει τα ζωώδη ένστικτα και τα πάθη που κρατούν δέσμιο τον άνθρωπο στην ύλη, ενώ το πάνω μέρος τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Η ζώνη πάντα ήταν ένα σύμβολο απομόνωσης του άνω κορμού, ως πλησιέστερο στην ανώτερη φύση του ανθρώπου, τη ψυχή και το πνεύμα το οποίο ξεχωρίζει το άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο.  Το κάτω μέρος του κορμού ως εγγύτερο στο έδαφος συμβόλιζε την ύλη. Για αυτό τον λόγο και οι μυημένοι φορούσαν στην μέση την πορφυρή ζώνη, ως ένδειξη της μυήσεως τους, και της γνώσεως πως ο άνθρωπος υπερέχει των ζωικών παθών του, ως «άνω θρώσκων». 

Τα κέρατα συμβολίζουν πάντα όπως έχουμε πολλάκις αναφέρει την σύνδεση του ανθρώπου με το Θείο. Τα κέρατα συμβολίζουν επίσης την σελήνη, η οποία φωτίζει το σκοτάδι, δανειζόμενη το φως από τον Ήλιο. Σκοπός του ανθρώπου να καταστεί αυτόφωτος, και όχι ετερόφωτος όπως η Σελήνη. Ο Πάνας φορά επίσης νεβρίδα, σύμβολο των Ορφικών μυήσεων, και  της αγνότητας του πνεύματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο Ο Παν είναι ο ιεροφάντης που οδηγεί  την ψυχή του μύστη  προς την αυτογνωσία και την «Θέωση». Σύμβολο του η αίγα η οποίου αναρριχάται στα δύσβατα μονοπάτια των ατραπών της γνώσης και της αυτογνωσίας.

Ο Πάνας στην κατώτερη τερατώδη ζωική υπόσταση του όπως και όλα τα τερατόμορφα όντα στην Ελληνική μυθολογία, εκπροσωπούν τα ζωώδη πάθη, τις ψυχικές αδυναμίες, ελαττώματα, διαστροφές και φοβίες. Στην ανώτερη ανθρώπινη υπόσταση του συμβολίζει όχι μόνο τον νοήμονα άνθρωπο , αλλά τον άνθρωπο που προσπαθεί να κατακτήσει την «αυτογνωσία». 

Όπως είδαμε, ο Πάνας συνδέεται τόσο με τον Θεό με τον Διόνυσο  ο οποίος προσφέρει  την έκσταση  μέσα από τον χορό και την μουσική, αλλά και με τον Απόλλωνα ο οποίος εκτός από  το Ηλιακό φως συμβολίζει και το «πνευματικό φως».  Για αυτό ακριβώς και στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς υπήρχε η φράση «Γνώθι σαυτόν». Η προτροπή δηλαδή, πριν θελήσουν να μάθουν τα μυστικά του σύμπαντος οι άνθρωποι,  θα πρέπει να φροντίσουν να γνωρίσουν τον ίδιο τους εαυτό, να κατακτήσουν δηλ την «αυτογνωσία».

Στον μύθο του Πανός και της Σύριγγας, ο έρωτας του Πανός μένει ανεκπλήρωτος. Οι νύμφες γενικά συμβολίζουν τις ψυχές, καθώς  εμψυχώνουν την φύση.  Δεν είναι τυχαίο πως οι ψυχές απεικονίζονται ως πεταλούδες. Και δεν είναι επίσης τυχαίο,  πως αυτό που η νύμφη της κάμπιας αντιλαμβάνεται ως θάνατο,  η πεταλούδα το αντιλαμβάνεται ως γέννηση… Η νύμφη φοβάται τον Πάνα, φεύγει, ζητά βοήθεια από τον ποταμό. Ο μύθος  αλληγορεί τον τρόμο της ψυχής στην πορεία της προς την αυτογνωσία,  όταν καλείται να αντικρύσει τις φοβίες του υποσυνειδήτου, και τα πάθη του «εγώ» που μας κρατούν δέσμιους στην ύλη. 

Ο Πάνας ποθεί την ένωση, αλλά  η ένωση δεν μπορεί να επιτευχθεί. Το συναίσθημα που συμβολίζεται από τον ποταμό (νερό)  τον αποπροσανατολίζει   από την ένωση του με το ανώτερο τμήμα της ψυχής του. Εκεί όπου αν καταφέρει να φτάσει,  συντελείται ο μυητικός θάνατος  του «κατώτερου εγώ», εφόσον  γίνεται η «ανάβαση» από το από το υλικό στο πνευματικό πεδίο, όπου πλέον ο άνθρωπος αναγνώριζε το Θεϊκό του Λίκνο, όχι σε μακρινούς ουρανούς αλλά εντός του, κατ’ αντιστοιχία του μακρόκοσμου και του μακρόκοσμου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μάρκος Αυρήλιος: 

«Την ύπαρξή σου έλαβες ως μέρος ενός συνόλου. Θα εξαφανισθείς αργότερα μέσα σ' εκείνο που σε γέννησε. Ή μάλλον θα μεταβληθείς και θ' αναληφθείς στον λόγο που σε δημιούργησε. Εσύ μπορείς όποια στιγμή θελήσεις ν' αποτραβηχτείς στον εαυτό σου. Γιατί πουθενά δεν είναι πιο ήσυχα και αμέριμνα για τον άνθρωπο παρά μέσα στην ίδια του την ψυχή και ιδίως για εκείνους που έχουν εύτακτο τον εσωτερικό τους κόσμο ώστε όταν τον κοιτάζουν καταλαμβάνονται από μεγάλη γαλήνη. Και ως τέτοια εννοώ την αρμονία. Συχνά δίνε λοιπόν τού εαυτού σου, τού είδους αυτού την απομόνωση και ανανέωσέ τον.»

Όταν ο άνθρωπος καταφέρει να διακρίνει πίσω από τις αντίθετες δυνάμεις της ύλης και του πνεύματος, την ενοποιό εκείνη δύναμη από την οποία αποτελούνται και οι δύο, τότε αποκτά μία νέα « Αρκαδική ολιστική συνειδητότητα». 

Ο Πάνας μπορεί να  χάνει την Νύμφη,   κατασκευάζει  όμως από τα καλάμια που έμειναν αντί αυτής, τον αυλό, ο οποίος αποτελούταν από επτά καλάμια με διαφορετικό μήκος συνδεδεμένα μεταξύ τους τα οποία παράγουν ήχο.

Το επτά δεν είναι καθόλου τυχαίος αριθμός.  Σύμφωνα με τους Πυθαγόρειους η λέξη «επτά» έχει ιερή διάσταση καθώς προέρχεται από το «σεπτός» - ιερός . Την ιερότητα του αριθμού φανερώνει η συνεχή επανάληψη του στον κόσμο μας:
Επτά ήταν οι πλανήτες οι οποίοι αντιστοιχούν με τις ημέρες της εβδομάδος και τους  αντίστοιχους θεούς του αρχαίου ελληνικού πάνθεου. 

Δευτέρα – Σελήνη, Τρίτη – Άρης, Τετάρτη- Ερμής, Πέμπτη – Δίας, Παρασκευή- Αφροδίτη, Σάββατο- Κρόνος, Κυριακή – Ήλιος Απόλλωνας.

Επτά οι πύλες των ανέμων,  επτά οι ηλικίες του ανθρώπου, επτά τα μέρη του ανθρώπου και πάλι επτά της κεφαλής. Ας μείνουμε λίγο εδώ. Ο αριθμός 7 εμφανίζεται στο πιο ιερό μέρος του ανθρώπινου σώματος, το κεφάλι, καθώς σε αυτό υπάρχουν 7 οπές : 2 μάτια (Φωτιά), 2 αυτιά (αέρας), 2 ρουθούνια (νερό ) , 1 στόμα (γη). Επίσης στο κυρίως μέρος του ανθρώπινου σώματος έχουμε ζευγάρια βασικών εσωτερικών οργάνων. Στο κεφάλι έχουμε δύο ημισφαίρια (Φωτιάηλεκτροχημική λειτουργία).

Στο στήθος έχουμε 2 πνεύμονες (Αέρας), πιο κάτω έχουμε 2 νεφρά (Νερό) και μαζί με το μονό γεννητικό σύστημα (Γη) δημιουργούν πάλι το 7, σχηματικά σε ένα ιερό "V", που φέρει το σχήμα του ιερού δισκοπότηρου, το σύμβολο της θηλυκής αρχής.

Στην αστρολογία ο 7ος οίκος αστρολογικά είναι αυτός του ΓΑΜΟΥ. Η ένωση της ύλης με το πνεύμα, του Θεϊκού με το ανθρώπινο.Ο Βοήθιος (Ρωμαίος φιλόσοφος, θεολόγος και πολιτικός που έζησε στα τέλη του 5ου και τις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα)  αντιστοιχούσε συγκεκριμένη μουσική νότα σε κάθε έναν από τους επτά πλανήτες. Πιο συγκεκριμένα:

Ήλιος – Λα, Σελήνη- Ρε, Άρης – Σολ, Ερμής – Ντο , Δίας – Φα, Αφροδίτη – Σι, Κρόνος – Μι.

Σύμφωνα  με την Θεοσοφία και τον William Wynn Wescot (Αριθμοσοφία), υπάρχει επίσης αντιστοιχία των πλανητών με τις ηλικίες του ανθρώπου, και τα φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου  παρατίθεται από τον στο βιβλίο του»:

Σελήνη-  Βρεφική Ηλικία-  Α, Ερμής - Παιδική Ηλικία- Ε, Αφροδίτη – Νεότητα - Η, Ήλιος – Ενηλικίωση – Ι, Άρης- Πλήρης Ισχύς- Ο, Δίας- Ωριμότητα – Υ, Κρόνος- Γηρατειά- Ω.

Τέλος σύμφωνα  με ανατολικές εσωτερικές παραδόσεις υπάρχουν τα επτά βασικά τσάκρα στο ανθρώπινου σώμα κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, τα οποία με την κατάλληλη άσκηση μπορούν να αφυπνίσουν κάθε ένα εκ των εσωτερικών φορέων του ανθρώπου. 

Ότι λοιπόν ο Πάνας δεν κατάφερε να επιτύχει με την ένωση του  με την νύμφη σύριγγα,  το κατάφερε δια  μέσω της  μουσικής. Η μουσική είναι μία από τις τέχνες που μπορούν να συντονίσουν τον άνθρωπο σε ανώτερες συχνότητες, να τον εκστασιάσουν, ώστε να μετέχει της Θείας αρμονίας. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως τον Πάνα συνόδευαν οι Μαινάδες ιέρειες του Διονύσου οι οποίες υπό την τελετουργική Θεϊκή μανία, χόρευαν στα βουνά κρατώντας θύρσους και βλαστούς μάραθου στολισμένους με φύλλα κισσού  και φίδια. Τον εκστατικό χορό χρησιμοποιούν και σήμερα για να πετύχουν την ένωση με το Θεό και οι στροβιλιζόμενοι δερβίσηδες , μιμούμενοι την κίνηση των πλανητών.

 Άγαλμα Σάτυρου, Ρώμη


Από τον Ιάμβλιχο μαθαίνουμε:  «O Πυθαγόρας χρησιμοποιώντας κάποιον άρρητο και δυσκολονόητο θεϊκό τρόπο, τέντωνε την ακοή του και προσήλωνε τον νου του στις υπερκόσμιες  συμφωνίες, ακούγοντας μυστικά, όπως έδειχνε, μόνον αυτός και κατανοώντας την καθολική των σφαιρών και των κατ’ αυτάς κινούμενων αστέρων αρμονία, που ήταν κάτι πληρέστερο από εκείνη των θνητών και απέδιδε κατακορέστερον μέλος.» 

Ο Πυθαγόρας υποστήριζε πως  οι νόμοι της μουσικής επηρεάζουν την ψυχή του ανθρώπου διαμέσου της αρμονίας και καθώς η αρμονία του  σύμπαντος  ταυτίζεται με αυτήν της ψυχής, η μελωδία και ο  ρυθμός μπορούν να επαναφέρουν την  ψυχική ισορροπία και αρμονία στον άνθρωπο. Τότε το σώμα μπορεί να είναι υγιές, η   ψυχή μπορεί να εξαγνιστεί και να θεραπευτε, ί όταν τα μουσικά διαστήματα είναι έτσι  τοποθετημένα ώστε να  «αντανακλούν την φυσική τάξη των ουρανών...». 

Ο Πλάτωνας αναφέρει επίσης  στην  Πολιτεία,  πως η  γυμναστική αφορούσε το σώμα, ενώ η μουσική αφορούσε την ψυχή. Είναι γνωστό εξάλλου πως η μουσική χρησιμοποιούνταν ως θεραπευτική μέθοδος στους ναούς του Απόλλωνος  οι οποίοι  ήταν  αφιερωμένοι στον γιό του Ασκληπιό. Ο Ασκληπιός χρησιμοποιούσε την μουσική σαν εκστατική μέθοδο με σκοπό να αφυπνίσει τη θεραπευτική δύναμη της ψυχής, και με αυτόν τον τρόπο να πετύχει την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα.

Κατά τον ίδιο τρόπο ο  Πάνας λοιπόν  με την μουσική του αυλού του, μας «μυεί» στην μουσική των σφαιρών και στην αρμονία του σύμπαντος. Ο Μεγάκοσμος συνδέεται με τον μικρόκοσμο, οδός άνω και κάτω μία, ως εν ουρανό και επί της Γης. 

Συνοψίζοντας ο Θεός Πάνας, και το Αρκαδικό ιδεώδες θα  μπορούσαμε να πούμε πως αφορά μία «συνειδησιακή μεταστοιχείωση» που λαμβάνει χώρα εντός μας, κι επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τον κόσμο γύρω μας .  Είναι μία εμπειρία που δεν  εξηγείται, αλλά βιώνεται.

Ο αστροφυσικός Μάνος Δανέζης, αναφέρει σχετικά με την επιστημονική , κοινωνική και συνειδησιακή επανάσταση που μπορεί να προκαλέσει η αντίληψη αυτή της  ενότητας του σύμπαντος.

«Η μελέτη του σύμπαντος είναι κάτι το διαφορετικό από την μελέτη των πρακτικών εφαρμογών της καθημερινότητας. Είναι μια βουτιά σ’ έναν κόσμο που προσεγγίζει τη μεταφυσική, τον εσωτερισμό…
…Στην πραγματικότητα δια μέσω των αισθήσεων μας,  δεν βλέπουμε παρά  τις σκιές του σύμπαντος. Δεν βλέπουμε το ίδιο το Σύμπαν. Καθετί που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας δεν είναι πραγματικό, είναι απλώς η σκιά αυτού που πραγματικά υπάρχει!..
.. Στην πραγματικότητα Όλο το Σύμπαν είναι Ένα. Δεν υπάρχουν εξατομικευμένα αντικείμενα. Δεν υπάρχεις Εσύ κι Εγώ. Δεν υπάρχω Εγώ και το τραπέζι. Η Γη και το Φεγγάρι… Τα πάντα μέσα στο Σύμπαν είναι ένας ωκεανός συνεχόμενης ενέργειας. Μέσα σ’ αυτόν τον ωκεανό της ενότητας της ενέργειας κάπου, πιθανότατα, υπάρχουν κάποια μικροπυκνώματα, τα οποία ονομάζουμε ύλη, που οι αισθήσεις μας αντιλαμβάνονται ως ύλη. Αν όμως η πυκνότητα της ενέργειας είναι λίγο μικρότερη, τότε δεν τη βλέπουμε καθόλου. Τα πάντα ενώνονται μέσα στο Σύμπαν. Είναι Ένα. Μια τέτοια αντίληψη του φυσικού σύμπαντος δεν αλλοιώνει μόνο τις απόψεις μας περί Επιστήμης, αλλάζει τις απόψεις μας για το τι είμαστε. Αλλάζει την κοινωνική θεωρία…
…Ένας άνθρωπος ο οποίος πιστεύει πως είναι ένα τίποτα, ένα κομμάτι μάζας που θα καταστραφεί και θα πεθάνει, νιώθει μια μικρότητα κι ασχολείται με μικρά πράγματα. Ένας άνθρωπος όμως που έχει αίσθηση της συμπαντικότητας του και της ενότητας του με το Σύμπαν αναζητάει άλλα πράγματα. Αυτό σημαίνει ότι η μικρότητα των ανθρώπων είναι η μη αίσθηση της συμπαντικότητας τους, της μεγαλοσύνης τους. Δεν μπορώ να είμαι αντίπαλός σου γιατί είναι σαν να είμαι αντίπαλος του εαυτού μου. Γιατί εσύ κι εγώ και όλοι είμαστε ΈΝΑ. Είμαστε Ένα σαν Σύμπαν...
…Καθένας από εμάς είναι μια μορφή του σύμπαντος, μια μορφή-σκιά, οι αισθήσεις κατανοούν μόνο τη σκιά αυτού που είναι ο άνθρωπος. Δεν κατανοούν το σύνολο αυτού που είναι άνθρωπος, αυτό που ενώνεται με όλο το Σύμπαν. Δεν αντιλαμβάνονται τη συμπαντική μορφή του, αντιλαμβάνονται μόνο την προβολή του σ’ αυτό το ψεύτικο «κουκούλι», το Ευκλείδειο, που φτιάχνουν οι αισθήσεις του. Για σκέψου λοιπόν ότι εγώ είμαι έξω από εσένα κατά την άποψη σου. Συμπαντικά όμως είμαι μέσα σου, κι εσύ είσαι μέσα σ’ εμένα. Άρα οι δύο μας ταυτιζόμαστε. Κι αν ταυτιζόμαστε οι δυο μας, ταυτιζόμαστε με τα πάντα! Γι’ αυτό βλέπεις πως οι αρχαίοι Έλληνες και Ινδοί φιλόσοφοι έλεγαν πως για να μπορέσεις να καταλάβεις το Σύμπαν, πρέπει πρώτα να χωθείς μέσα στον εαυτό σου, όσο βουτάς μέσα σου είναι σαν να βγαίνεις έξω! Γιατί το μέσα μιας μορφής είναι το έξω μιας μορφής. Ενώ όσο βγαίνεις προς τα έξω, νομίζεις πως κατακτάς το Σύμπαν, τόσο περιορίζεσαι προς τα μέσα….
…Το καινούργιο μήνυμα της Νέας Φυσικής είναι η ενότητα, είναι η άρνηση της ατομικότητας, η άρνηση του απομονωτισμού, η άρνηση ότι ο κάθε άνθρωπος είναι κάτι το ξεχωριστό.  Στη νέα εποχή που επαγγέλλεται αυτή η σύγχρονη Φυσική δεν υπάρχει Εγώ, υπάρχει το Εμείς. Δεν υπάρχει το Έχω, αλλά το Είμαι. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μιας φιλοσοφικής ενόρασης –γνωρίζω τις φιλοσοφικές ενοράσεις αλλά αρνούμαι να τις συζητήσω, συζητάω μόνο Φυσική– αλλά της σύγχρονης αντίληψης της Φυσικής για τον κόσμο. Καταλαβαίνεις λοιπόν πως η άρνηση του Εγώ, η άρνηση της ατομικότητας, αλλάζει τις κοινωνίες, φέρνει επανάσταση.»

Δυστυχώς με την επικράτηση του  Χριστιανισμού η μορφή του Πανός αντί της ιδεατής μορφής της υπαίθριας ζωής υιοθετήθηκε  διαστρεβλωμένη  ως  η μορφή του διαβόλου της κόλασης. Ο Πλούταρχος, στο έργο του «Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων», μας αναφέρει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία συμβολίζει το τέλος του αρχαίου κόσμου και το θάνατο των μεγάλων θεών του.

«Όσο για το ζήτημα αν πεθαίνουν οι δαίμονες, άκουσα μια ιστορία από έναν άνθρωπο που δεν ήταν ούτε άφρονας, ούτε απατεώνας. Ο πατέρας του Αιμιλιανού του ρήτορα, που και κάποιοι από εσάς τον έχετε ακούσει, λεγόταν Επιθέρσης. Ήταν δάσκαλος γραμματικής και ζούσε στην ίδια πόλη με μένα. Αυτός μου είπε ότι κάποτε έκανε ένα ταξίδι στην Ιταλία και επιβιβάστηκε σ' ένα πλοίο που κουβαλούσε εμπορεύματα και πολλούς επιβάτες. Είχε φτάσει το βράδυ, κοντά στις νήσους Εχινάδες είχε πέσει ο άνεμος και το πλοίο βρισκόταν πιά κοντά στους Παξούς. Οι περισσότεροι επιβάτες ήταν ξύπνιοι, και πολλοί συνέχιζαν να πίνουν έχοντας τελειώσει το δείπνο τους.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή από τους Παξούς που καλούσε δυνατά κάποιον Θαμούντα, πράγμα που προξένησε έκπληξη. Ο Θαμούς ήταν ο Αιγύπτιος πηδαλιούχος του πλοίου, που όμως το όνομά του δεν το γνώριζαν οι περισσότεροι επιβάτες. Η άγνωστη φωνή τον κάλεσε δύο φορές κι εκείνος έμεινε σιωπηλός, την τρίτη φορά όμως αποκρίθηκε. Εκείνος που τον φώναζε δυνάμωσε τη φωνή του και είπε:

‘Όταν περάσεις από το Παλώδες, να αναγγείλεις ότι ο μέγας Παν πέθανε’.
Όταν το άκουσαν αυτό, είπε ο Επιθέρσης, όλοι εξεπλάγησαν και άρχισαν να συζητούν αν ήταν καλύτερο να κάνουν αυτό που πρόσταξε η φωνή ή να μην ανακατευτούν καθόλου και να το αφήσουν. Έτσι ο Θαμούς αποφάσισε ότι αν φυσούσε αέρας, θα παρέπλεε εκείνο το μέρος χωρίς να πει τίποτε, αν όμως κυριαρχούσε νηνεμία και γαλήνη στην περιοχή, θα ανάγγελλε αυτό που άκουσε. Όταν λοιπόν έφτασε κοντά στο Παλώδες, καθώς δεν υπήρχε άνεμος ούτε κύμα, ο Θαμούς κοιτάζοντας από την πρύμνη προς τη στεριά, είπε, όπως ακριβώς το άκουσε, ότι 'ότι ο μέγας Παν πέθανε'.

Δεν είχε προλάβει να τελειώσει και ακούστηκε αναστεναγμός όχι από έναν αλλά από πολλούς και συγχρόνως επιφωνήματα έκπληξης. Επειδή ήταν πολλοί άνθρωποι παρόντες στο πλοίο η ιστορία γρήγορα διαδόθηκε στη Ρώμη και ο Τιβέριος Καίσαρ ζήτησε να του φέρουν τον Θαμούντα. Και ο Τιβέριος πίστεψε τόσο πολύ ότι η ιστορία ήταν αληθινή που ζήτησε να μάθει περισσότερα και να πληροφορηθεί για τον Πάνα».

Ο θρήνος αυτός ήταν το τέλος του αρχαίου κόσμου και των θεοτήτων του...

Επιτρέπεται  η αναδημοσίευση, με  προϋπόθεση την αναφορά με ενεργό σύνδεσμο στην «Μυσταγωγία».